Translate

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

ΚΙΠΛΙΝΚ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν όλοι γύρω σου χαμένα τα ‘χουν και σένα κατηγορούν γι’ αυτή τη ταραχή τους.
Αν μπορείς να εμπιστεύεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, όταν όλος ο κόσμος γύρω σου αμφιβάλλει, όμως εσύ ξέρεις να συγχωρείς αυτή τη δυσπιστία.
Αν μπορείς να περιμένεις δίχως να χάνεις την υπομονή σου.
Και αν όλοι σε συκοφαντούν, το ψέμα εσύ ποτέ να μην καταδεχτείς.
Και αν σε μισούν, ποτέ στο μίσος μην ξεπέσεις.
Και να μην επιδεικνύεις ποτέ πόσο καλός και πόσο σοφός είσαι.
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς - χωρίς να είσαι δούλος των ονείρων.
Αν να στοχάζεσαι - χωρίς να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου.
Αν να αντικρίζεις είσ’ ικανός το θρίαμβο και τη συμφορά, κι όμοια μπορείς ν’ αντιμετωπίζεις αυτούς τους δυο τυραννικούς απατεώνες.
Αν αντέχεις ν’ ακούς όποια αλήθεια εσύ έχεις πει, απ’ τους κακούς παραλλαγμένη ώστε να μοιάζει για τους άμυαλους παγίδα, ή ως συντρίμμια να θωρείς όλα αυτά για τα οποία τη ζωή σου έχεις δώσει, και πάλι απ’ την αρχή να ξεκινάς να χτίζεις με φθαρμένα εργαλεία.
Αν μπορείς όλα όσα απέκτησες σε ένα σωρό να τα μαζέψεις, και δίχως φόβο μονομιάς, κορώνα – γράμματα, όλα αυτά να παίξεις, και να τα χάσεις και απ’ την αρχή να ξεκινήσεις πάλι,
και ποτέ μιλιά απ’ το στόμα σου να βγει, για την απώλεια αυτή.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα ελέγχεις, για να δουλέψουν απ’ αρχής κι αν τα ‘χεις από πολύ καιρό παραμελημένα.
Και να κρατιέσαι πάντα ορθός όταν δεν σου έχει απομείνει παρά μόνο η Θέληση, φωνάζοντας σε όλα αυτά «Αντέξτε».
Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και την αγνότητά σου να κρατάς.
Με βασιλιάδες να διαβαίνεις, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμα
κραίνεις.
Αν μήτε εχθροί, μήτε φίλοι αγαπημένοι μπορούνε πια να σε πληγώσουν.
Αν όλον τον κόσμο αγαπάς, μα και ποτέ πάρα πολύ κανέναν.
Αν τις στιγμές του θυμού σου μακριά μπορείς να τις αφήσεις να διαβούν,την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη.
Δική σου θα’ ναι τότε η Γη και όλα όσα επάνω της κι αν έχει.
Και –κάτι ακόμα πιο πολύ-
Άνδρας αληθινός θα είσαι πια παιδί μου.

ΟΛΥΜΠΟΣ



 ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ ΕΣΤΙ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ
Πολύ λίγα μόνο, για την καλλιέργεια του τρόπου σκέψεως των Ελλήνων.
-Αν η χώρα μας δεν λέγονταν Ελλάς, θα τη λέγανε Ολυμπία-
Άκουε.,. Ω! φίλε-η, με τη σκέψη λεύτερη.
Ο ελληνικός πολιτισμός ξεκινάει από τα βάθη των χιλιετιών, από τον καιρό που δώσανε οι Ολύμπιοι πρόγονοί μας στο ιερό βουνό, το όνομα Όλυμπος.
Την σκυτάλη του πολιτισμού μας, την είχε το μοναδικό τότε μαντείο της Δωδώνης του Ολύμπου. Το υπηρετούσαν άνθρωποι με θεία γνώση, ανεπανάληπτη για να την κατανοήσουμε σήμερα. Βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Αίμων ή Τίταρον απέναντι από τον Όλυμπο, στο μπαλκόνι του, εκεί που είναι σήμερα το χωριό Σαραντάπορο, στην άκρη της χώρας Ελλοπίας.
Η Δωδώνη του Ολύμπου, ως μαντείο και κτισμένη πόλη, υπήρξε μουσείο λόγων με καταγραμμένη γνώση από τους ιερείς.
Με την σημερινή έρευνα που υπάρχει από λίγους συγγραφείς με ελληνική συνείδηση, αναφέρεται ότι ξεπερνάει η ιστορία του τα τριάντα χιλιάδες χρόνια.
Ο κατακλυσμός του Ωγύγου και του Δευκαλίωνα, είναι γνωστοί διότι κάποιοι στο ιερατείο κρατούσαν και διέδιδαν τη γνώση. Η ελληνική εθνική θρησκεία με τη γνώση περί θείου, περί θεών, δραστηριότητες, Δημοκρατία, Ισότητα, Φύση κ.λ.π. είναι η μεγαλύτερη ιερή σοφία που γνώρισε ο πλανήτης. Η γνώση που μας παρέδωσαν οι ιερείς της Δωδώνης, είναι μάλλον και τα έπη Ιλιάδα, Οδύσσεια, της Αργοναυτικής εκστρατείας, ως και της Μυθιστορίας.
Δεν θα μπορούσε ένα άτομο της εποχής εκείνης, να έχει εμπειρία από έναν τόσο μεγάλο γεωγραφικό χώρο ως και τις όλες ονομασίες πόλεων, βουνών, ποταμών, βασιλείων και ονομάτων.
Απεσταλμένοι του Ιερατείου συγκέντρωναν τη γνώση, την παρέδιδαν στους ιερείς της Δωδώνης που την αξιοποιούσαν.
 Δεν ήταν κάποιος τυχαίος ο μάντης Μόψος που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, ούτε και ο πηδαλιούχος της Αργούς Άζωρος, ούτε και τυχαία η δέηση του Αχιλλέα «Ζεύ, Άνα, Δωδωναίε» κ.λ.π.
Ο Όμηρος λοιπόν δεν είναι δυνατόν να έγραψε.
Ο Όμηρος αντέγραψε φοβερή γνώση που την βρήκε από ιερείς που υπηρετούσαν τον θείο λόγο και τον τότε Ολύμπιο πολιτισμό.
Για να βοηθήσω τον τρόπο σκέψης σας, αξίζει να αναφερθώ σ’ έναν Ιουδαιοχριστιανό Εθνοπροδότη, που στα πρώτα χρόνια του Ιουδαιοχριστιανισμού δήλωσε: « Μη νομίζετε ότι δεν ελέγξαμε αυτά που σας έχουμε αφήσει».
Ναι, φίλοι μου. Γ ια να στηθεί αυτό το μεγάλο ψέμα, παραμύθι μαύρης εξουσίας στην ανθρωπότητα, έπρεπε να σβήσει ο Ελληνισμός. Τον μισούσαν, ζήλευαν και φθονούσαν όλοι. Βόρειοι, νότιοι, ανατολικοί, δυτικοί. Δεν μπορούσαν να υιοθετήσουν την άγνοια της βαρβαρότητάς τους. Εξόντωσαν εκατομμύρια ελλήνων, μέσα από τους νόμους της Νέας Ρώμης. Κατάργησαν τη γλώσσα του ιερατείου μας, την αρχαία ελληνική, ολύμπια θα έλεγα. Έκαψαν και εξαφάνισαν βιβλία, εκδίωξαν τους Έλληνες απ’ τις παραγωγικές τους περιοχές. Επί δυο περίπου χιλιάδες χρόνια, χωρίς σχολεία τον κατάντησαν αμόρφωτο, απολίτιστο και απαίδευτο ποίμνιο, μέχρι να τον μαντρώσουν στα ιουδαϊκά θέατρά τους. Σήμερα το έργο τους συνεχίζεται. Πνευματικός βιασμός, και δουλοπρέπεια. Αρκεί αυτοί να εξουσιάζουν. Δεν τους νοιάζει καν η ελληνική συνείδηση, διότι αν την αποκτήσουμε, χάνουν το ποίμνιό τους.
Γέμισε η Ελλάδα ψευτοεθνικιστές που δεν γνωρίζουν ιστορία. Ούτε τι ήταν και τι είναι Ελληνισμός, ούτε βέβαια πως προέκυψε ο Ιουδαιοχριστιανισμός με τον προπάτορά τους.
Τους αρκεί το Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών.
Είναι καλυμμένοι με τον φερετζέ της άγνοιας, της αμορφωσιάς, δουλοπρεπείς, υποταγμένοι και μάλλον υποκριτές πίσω από τη μεγάλη δύναμη των Ιουδαιορασοφόρων με τα συμφέροντά τους. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουν, ότι , όταν το σύνθημα θα κυριαρχήσει μόνο με το «Ελλάς, Ελλήνων», οι απόγονοί μας ιστορικοί των Ελλήνων Εθνικών, θα τους αποκαλούν εθνοπροδότες.
           Κι όμως η φασιστική κυβέρνηση της χούντας, έκανε στρατόπεδο στις κορυφές του Ολύμπου. Κι όμως υπουργός λεγόμενης δήθεν Δημοκρατίας αποχαρακτήρισε περιοχή και έγινε δρόμος, χαράσσοντας και ξεκοιλιάζοντας τον Όλυμπο. Κι όμως πρώην νομάρχες και κοινοτάρχες κάνανε το ίδιο, γύρω από τον Όλυμπο και ειδικά στην περιοχή της Περραιβίας. Κι όμως υπάρχουν χάρτες, που κορυφές του Ολύμπου τις ονομάζουν με ονόματα δήθεν αγίων. Κι όμως οι Ιουδαιορασοφόροι διεκδικούν ως τσιφλίκι τους χιλιάδες στρέμματα στον Όλυμπο, έχοντας το πάνω χέρι στην
υποταγμένη πολιτική εξουσία, δείχνοντας τη δύναμή τους με τον έλεγχο της ακαλλιέργητης μάζας του ποιμνίου. Κι όμως ακαλλιέργητοι, δουλοπροσκυνημένοι, Ιουδαιοχριστιανοί πολλές φορές πτυχιούχοι, γραμματιζούμενοι, μη εξαιρουμένων των πολιτικών, αμόρφωτοι σε θέματα ιστορίας του Ολύμπου, φωνασκούν ως ιθύνοντες για να τους δίνει η μάζα σημασία, για την αξιοποίηση του Ολύμπου

Αξιοποιήστε πρώτα, υποκριτές, των εγκέφαλό σας και αφήστε τον Όλυμπο ήσυχο. Κατά την Ιλιάδα η γη και ο Όλυμπος ανήκουν σε όλους. Η διαφορά μας είναι ότι τότε δεν υπήρχαν ούτε Χριστιανοί, ούτε Μωαμεθανοί, ούτε Ιουδαίοι.
 Όψιμοι της ιστορίας, σεβαστείτε το.
Ο Όλυμπος σήμερα ανήκει μόνο στην συνείδηση των Ελλήνων.
Αφού όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη σέβονται τον Όλυμπο, είναι καιρός να σεβαστούν και την συνείδησή μας. Κι όμως υπάρχουμε.
Στο όνομα του Ολύμπου, αν ντε και καλά ο σημερινός δουλικός Ελληνισμός πρέπει να κάνει κάτι, ξεκινάμε όλοι μαζί:
Πρώτον: Να διδαχθεί στα σχολεία η ιστορία της Δωδώνης του Ολύμπου.
Δεύτερον: Να ονομαστεί Δήμος Περραιβίας ο Δήμος Ελασσόνας.
Τρίτον: Άμεση, πλήρης έρευνα και ανασκαφές σε όλο το λεκανοπέδιο της Ελλοπίας. Στις πόλεις Πύθιο, Δολίχη, Άζωρο, Δωδώνη , Κύφος.

Τέταρτον: Κατασκευή με μάρμαρα όλων των μνημείων που θα βρεθούν και ειδικότερα όλων των ναών και βωμών που υπάρχουν κατεστραμμένοι σε Πύθιο, Δολίχη, Άζωρο, Δωδώνη. Με την οικονομική συνεισφορά των Ευρωπαίων και του Πάπα, καθώς εντεταλμένοι πρώην πρόγονοί τους ρασοφόροι και μη τα κατέστρεψαν.
Πέμπτον: Η κυκλική απόσταση των πέντε πόλεων, στο λεκανοπέδιο της Ελλοπίας είναι περίπου 40 με 45 χιλιόμετρα. Να κατασκευαστεί σιδηρόδρομος για τις ανάγκες των επισκεπτών.
Έκτο: Κατασκευή μουσείου λόγων με διδαχή της αρχαίας ολύμπιας γλώσσας, στην περιοχή της Δωδώνης.
Έβδομο: Να απέχουν από το γράψιμο της ιστορίας και μυθιστορίας του Ολύμπου και της Δωδώνης Χριστιανοί ιστοριογράφοι, διότι απλά αυτοί και κανένας τους, δεν μπορούν να συλλάβουν και να κατανοήσουν την ιερότητα και το δέος της λέξεως Όλυμπος και Δωδώνη, ούτε τι μας παρέδωσαν οι πρόγονοί μας, γι’ αυτό είναι χρόνια θαμμένη η ιστορία μας από τους προσκυνημένους στις γραβάτες και τα ράσα ιστορικούς.
Όγδοο: Να κλείσουν όλες οι χριστιανικές βάρβαρες πληγές στον Όλυμπο.
Ένατο: Όλη σχεδόν η βιβλιογραφία και τα λεξικά στην Ελλάδα, αναφέροντας τα ονόματα Δωδώνη, Σελλοί, Ελλοπία, Τόμαρος κ.α. αναφέρονται ότι υπάρχουν στην Ήπειρο. Πτυχιούχοι γραβατωμένοι καλοθελητές του Ιουδαιοχριστιανισμού, Έλληνες και ξένοι προσπάθησαν και προσπαθούν να σκεπάσουν με μαύρη μπογιά κονδυλοφόρων ιστορία— του Ολύμπου. Πονάει βλέπετε η μαύρη εξουσία. Ελπίζω μια μέρα να διορθωθούν τα λάθη καθώς το Φως του Ολύμπου δεν έσβησε ποτέ. Μαζί του θα υπάρχουμε για πάντα.
Δέκατο: Από την άκρη του λεκανοπεδίου της Ελλοπίας απέναντι από τον Όλυμπο, ξεκινούν οι πρόποδες του όρους Τόμαρος. Οροσειρά των Καμβουνίων με αιωνόβιες βελανιδιές, αυτοφυή νέα δένδρα, φτέρη, πηγές, ζωικό πάρκο με υψόμετρο 1450 μέτρα περίπου. Είναι το ιερό κάποτε όρος της Δωδώνης το Τόμαρος που πάρθηκε ξύλο βελανιδιάς εύλαλο και τοποθετήθηκε στην πλώρη της Αργούς. Είναι ένα από τα ομορφότερα βουνά της Ελλάδος για περίπατο με αγνάντι τον Όλυμπο, τις πόλεις της Ελλοπίας και όχι μόνο. Είναι το μπαλκόνι του Ολύμπου. Προτείνω να γίνει πρότυπο εθνικό πάρκο με ζωικό βασίλειο φιλικό προς τον άνθρωπο και επισκέψιμο.
Ενδέκατο: Κλείστε όλες τις Ιουδαιοθεολογικές σχολές στην Ελλάδα. Οι Έλληνες έχουν ταυτότητα με την γνώση της κοσμοθέασης που απορρέει από την ιστορία και ιερό μύθο του Ολύμπου. Αυτοί που απόκτησαν ταυτότητα με τα ιουδαϊκά δόγματα κατέστρεψαν και καταστρέφουν τον Ελληνισμό.

Δωδέκατο: Για την ανάγκη ανάπτυξης της περιοχής, κατασκευή πρότυπου φράγματος για ύδρευση και άρδευση, στο ρέμα που χωρίζει το όρος Τόμαρος, απ’ το όρος Τίταρον στο Σαραντάπορο.
Δέκατο τρίτο: Επιβολή αρχιτεκτονικής κτιρίων σ’ όλη τη περιοχή γύρω απ’ τον Όλυμπο. Ποτέ δεν είναι αργά.
Δέκατο τέταρτο: Λίγα λόγια για την Δημοκρατία. Πρέπει όμως να υιοθετήσουμε το φως της αλήθειας για να την κατανοήσουμε. Η Δημοκρατία ξεκινά απ’ την θρησκεία ή απ' την λατρεία. Δεν γίνεται να πιστεύεις σ’ ένα θρησκευτικό φασιστικό, δημιουργημένο δόγμα, και συγχρόνως στο πολίτευμα να επικαλείσαι Δημοκρατία.
Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο όλοι οι πολιτικοί της Ελλάδος, άσχετα απ’ την καλή πρόθεσή τους θα αποτυγχάνουν.
Η Δημοκρατία στους Έλληνες ξεκινά από τον Όλυμπο.
Είθε να έρθει η ώρα να μην κάνει κουμάντο η αμόρφωτη χαλινωμένη μάζα τον ελληνισμό.
Άκουε.. .φίλε-η, αυτά τα λίγα μόνο για τον Όλυμπο, συμπλήρωσε με να πετύχουμε. 
Είθε η γνώση να φέρει την ελληνική συνείδηση.
                   Δεν Μπολιάζεται το δένδρο του Ολύμπου
                 ο καρπός του θα ξαναφέρει τον άνθρωπο στη φύση.
Δαρδούμπας Σάκης Δωδωναίος
Αδόκιμος ερευνητής της Ιστορίας- στιχουργός 21 Ιουνίου σήμερα 2019 μ.χ.χ.
Τ.Δ. Φαρμάκη Ελασσόνας, Περραιβίας ΤΚ 40200  


Πάνορμος


«- Γνωρίζετε βέβαια ὅτι πρὶν γείνει μία η Ἰταλία, ἡ νῆσος μας ἦτο παράρτημα τοῦ βασιλείου τῆς Νεαπόλεως καὶ ὅτι ἐμίσουν οἱ Σικελοὶ τοὺς Νεαπολίτας ὅσον οἱ Πολωνοὶ τοὺς Μοσχοβίτας. Καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἀπεστρέφοντο ὡς ἀλλοφύλους καὶ τυράννους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπεριφρόνουν ὡς ἀνάνδρους. Κατὰ τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ὅπου τὸ μῖσος κατὰ τῆς Νεαπόλεως εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀκμήν του, ὀλίγους μήνας μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1848 καὶ τὸν βομβαρδισμὸν τῆς Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης τῆς φρουρᾶς τοῦ Παλέρμου ὀνομαζόμενος Σάνδρος ἔτυχε νὰ μαχαιρώσῃ δι᾿ ἐρωτικοὺς λόγους τὸν λοχίαν του καὶ νὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον ὑπὸ τοῦ στρατοδικείου. Ἡ ἐκτέλεσις ὅμως τῆς ἀποφάσεως ἐπρόσκοπτε κατὰ τῆς ἑξῆς σπουδαίας δυσχερείας, τὴν ὁποίαν εἶχαν λησμονήσει νὰ λάβουν ὑπ᾿ ὄψιν των οἱ στρατοδῖκαι· ὅτι τὴν κακὴν ἰδέαν τῶν Σικελῶν περὶ τῆς ἀνδρείας τῶν στρατιωτῶν τοῦ βασιλέως Φερδινάνδου θὰ ἐπεκύρωνε καὶ θὰ ἐκορύφωνεν ἡ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκτελέσεως δειλία τοῦ καταδίκου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Ναπολιτάνος δύναται νὰ φανῇ ἀνδρεῖος μόνον ὅταν εἶναι θυμωμένος ἢ μεθυσμένος, ὄχι ὅμως καὶ ν᾿ ἀντικρύσῃ τὸν θάνατον μὲ ψυχραιμίαν. Τὴν ἀνησυχίαν ταύτην ηὔξανεν ἡ συμπεριφορὰ τοῦ καταδικασθέντος, ὅστις δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ ὀδύρεται εἰς τὴν φυλακήν του. Βέβαιον λοιπὸν ἐφαίνετο ὅτι θὰ κατῄσχυνε τὸν στρατὸν τῆς κατοχῆς ἀποθνῄσκων ἀνάνδρως.
Τοῦτο ὅμως ἦτο τόσον ἀσύμφορον τὴν ἐπιοῦσαν καταστολῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴν παραμονὴν ἴσως ἐκρήξεως ἄλλης, ὥστε οἱ προϊστάμενοι αὐτοῦ ἐθεώρησαν πρέπον νὰ γράψωσιν εἰς Νεάπολιν ζητοῦντες τὴν μετατροπὴν εἰς δεσμὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὁ βασιλεὺς ἦτο εὔσπλαχνος καὶ ἠρέσκετο ν᾿ ἀπονέμῃ χάριν, ἐπ᾿ αὐτοῦ μάλιστα τοῦ ἰκριώματος τῆς ἀγχόνης, εἰς πολιτικοὺς καὶ ἄλλους καταδίκους, οὐδέποτε ὅμως ἐχαρίτωσεν ἐγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρῶν τοῦτο ὡς ἐπιζήμιον εἰς τὴν πειθαρχίαν. Ἀντὶ λοιπὸν τῆς ζητηθείσης χάριτος ἔφθασε μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐκ Νεαπόλεως ἡ διαταγὴ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις ἀνυπερθέτως.
Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἶχε κορυφωθῆ ἡ ἀνυπομονησία τῶν κατοίκων τοῦ Παλέρμου νὰ ἴδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχοῦντα πρὸ τοῦ θανάτου, τὸν ὁποῖον εἶχον ὑπομείνει πρό τινων ἑβδομάδων τόσον ἡρωϊκῶς οἱ Σικελοὶ πατριῶται οἱ καταδικασθέντες ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων δικαστηρίων. Ἡ πεποίθησις τῶν Πανορμιτῶν ἐπὶ τὴν ἀνανδρίαν τοῦ καταδίκου ἦτο τοιούτη, ὥστε δὲν ἐδίσταζαν νὰ στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα ἀντὶ ἑνὸς ὅτι θὰ ἐλιποθύμει ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς ἐκτελέσεως. Ταῦτα ἦτο ἑπόμενον ν᾿ αὐξήσωσιν ἔτι μᾶλλον τὴν ἀμηχανίαν τῶν ἀρχῶν. Ὁ διοικητὴς συνεκάλει ἀλλεπάλληλα συμβούλια πρὸς εὕρεσιν ἑνὸς οἰουδήποτε τρόπου προφυλάξεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης δυσφημίας, κατὰ τὰ ὁποῖα πολλαὶ καὶ ποικίλαι ἐπροτείνοντο γνῶμαι. Οἱ μὲν ἤθελον νὰ μεθυσθῇ ὁ κατάδικος δι᾿ οἴνου τῆς Μαρσάλας ἀνακατωμένου μὲ ῥακήν, πρὶν ὁδηγηθῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως, οἱ δὲ νὰ τουφεκισθῇ τὴν νύκτα εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ φρουρίου, ἐνῶ ἄλλοι ἐπρότειναν ν᾿ ἀναμιχθῇ κοπανισμένον ὑαλίον εἰς τὸ φαγητόν του ἢ νὰ ἐγχυθῇ ὑδράργυρος εἰς τὸ αὐτίον τοῦ ἐνῶ ἐκοιμᾶτο. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν λαθραῖος τουφεκισμὸς θ᾿ ἀπεδείκνυε τὴν κυβέρνησιν συμμεριζομένην τὴν περὶ τῆς ἀνανδρίας τῶν στρατιωτῶν της ἐπικρατούσαν γνώμην, ἡ δὲ ἀνάμιξις κοπανισμένου ὑαλίου εἰς τὸ φαγητὸν καὶ ἡ καθ᾿ ὕπνους ἔγχυσις ὑδραργύρου ἦσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν ὁ κατάδικος οὔτε ἔτρωγεν οὔτε ἐκοιμᾶτο.
Οἱ συσκεπτόμενοι ἔξυαν τὴν κεφαλήν των ματαίως ἀναζητοῦντες ἄλλο τι καλύτερον, ὅτε ἐπαρουσιάσθη πρὸ αὐτῶν ὁ θεῖός μου Πάτερ Βαρνάβας, ἀναλαμβάνων ἀντὶ ἑκατὸν ταλήρων, πληρωτέων μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν, νὰ διαθέσῃ τὸν κατάδικον ν᾿ ἀποθάνῃ ἀφόβως καὶ γενναίως. Ἐρωτηθεὶς διὰ τίνος τρόπου ἤλπιζε νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ἠρκέσθη ν᾿ ἀπαντήσῃ ὅτι ἡ ἀπόλυτος μυστικότης ἦτο ἀπαραίτητος ὅρος ἐπιτυχίας καὶ ὅτι ἦτο ἐξ ἴσου βέβαιος ὅτι θὰ ἐπιτύχει ὅσον καὶ ὅτι θὰ δύσῃ ὁ ἥλιος εἰς τὴν θάλασσαν μετὰ μίαν ὥραν. Ὁ Πάτερ Βαρνάβας ἐφημίζετο ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἡ φήμη του αὕτη, ἡ πεποίθησις μετὰ τῆς ὁποίας ὡμίλει καὶ πρὸ πάντων ἡ ἀνικανότης πρὸς εὕρεσιν ἄλλης διεξόδου, ἔπεισαν τὸ συμβούλιον νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ πανοσιωτάτου, ὑποσχόμενον τὴν ζητηθεῖσαν ἀμοιβήν. Ὥρα τῆς ἐκτελέσεως ὡρίσθη ἡ δεκάτη τῆς ἐπιούσης καὶ τόπος αὐτῆς ἡ εὐρύχωρος παρὰ τὴν προκυμαίαν πλατεῖα.
Ῥῖγος καὶ σπασμοὶ κατέλαβον τὸν κατάδικον, ὅταν εἶδεν εἰσαγόμενον τὸν συνήθη πρόδρομον τῶν τουφεκιστῶν ῥασοφόρον. Οὗτος, εὐθὺς ἅμα ἔμειναν μόνοι, ἔσπευσε νὰ προλάβῃ τὴν ἐπικειμένην λιποθυμίαν τοῦ δυστυχοῦς, λέγων εἰς αὐτὸν «μὴ φοβεῖσαι, ἔρχομαι νὰ σὲ ἀναγγείλω ὅτι ὁ βασιλεὺς ηὐδόκησε νὰ σοῦ ἀπονείμῃ χάριν».
- Χάριν! ἀνέκραξεν ὁ κατάδικος καταφιλῶν τὰς χεῖρας τοῦ καπουκίνου. Λοιπὸν δὲν θὰ μὲ τουφεκίσουν; Εἶσαι βέβαιος περὶ τούτου;
- Βεβαιότατος. Εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὸ διάταγμα μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως. Ἡ χάρις ὅμως θὰ σὲ δοθῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως. Ἐνθυμεῖσαι τοὺς τρεῖς ἐπαναστάτας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη πέρυσι χάρις ἐπάνω εἰς τὴν ἀγχόνην, ἐνῶ ὁ βρόχος ἦτο περασμένος εἰς τὸν λαιμὸν των;
- Τοὺς ἐνθυμοῦμαι.
- Οὕτω καὶ σέ, θὰ σὲ ὁδηγήσουν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς προκυμαίας, θὰ σὲ τοποθετήσουν ἀντικρὺ εἰς ἀπόσπασμα δέκα στρατιωτῶν, θὰ διαταχθεὶ πῦρ, καὶ τότε μόνον θὰ λάβῃς τὴν χάριν. Δὲν εἶχα τὸ δικαίωμα νὰ σοῦ τὸ φανερώσω· ἀλλὰ σοῦ τὸ λέγω, διότι ὁ βασιλεὺς δὲν θέλει τὸν θάνατόν σου καὶ ἦτο κίνδυνος ν᾿ ἀποθάνῃς εἰς τὸν δρόμον ἀπὸ τὴν τρομάραν. Θάῤῥος λοιπόν. Ἔχεις ἀκόμα νὰ φᾷς πολλὰ μακαρόνια, πρὶν μεταβῇς εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.
Ἡ προσλαλιὰ αὕτη ἤρκεσε νὰ διαλύσῃ πάντα δισταγμὸν καὶ πάντα φόβον τοῦ καταδίκου. Ὠμοίαζεν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸ στῆθος τοῦ ὁποίου θὰ ἐσήκωναν βαρὺ βράχον. Ἐδάκρυεν, ἐγέλα, ἐζητωκραύγαζε ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, ὑπέσχετο λαμπάδας εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ ἐπὶ τέλους ἐζήτησε νὰ παρασύρῃ τὸν πνευματικόν του νὰ χορεύσουν μαζὶ μίαν ταραντέλλαν.
- Τί κάμνεις, ἀθεόφοβε! εἶπεν οὗτος. Λησμονεῖς ὅτι ἐχάθημεν καὶ οἱ δύο, ἂν γνωσθῇ ὅτι σοῦ ἐφανέρωσα τὸ μυστικόν; Γονάτισε καὶ ἐξομολογήσου.
Ὁ κατάδικος ἐγονάτισεν, εἶπεν ὅσα εἶχε νὰ εἴπῃ, ἔλαβεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπεχαιρέτισε τὸν πανοσιώτατον ἀποκαλῶν αὐτὸν Σωτῆρα του καὶ ὑποσχόμενος νὰ θαμβώσῃ τὴν ἐπιοῦσαν τοὺς θεατὰς διὰ τῆς ἀφοβίας του πρὸ τῶν τουφεκιστῶν.
Εὐθὺς μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ καπουκίνου εἰσῆλθεν ὁ δεσμοφύλαξ, τὸν ὁποῖον μεγάλως ἐξέπληξεν ἡ εὔθυμος διάθεσις τοῦ πρῴην νυχθημερὸν ὀδυρομένου.
- Δὲν ἠξεύρεις, εἶπεν εἰς αὐτόν, ὅτι αὔριον εἰς τὰς δέκα θὰ σὲ τουφεκίσουν;
- Τὸ ἠξεύρω πολὺ καλά· γεννηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἠξεύρω ὅμως ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ φάγω ὅ,τι θέλω εἰς τὸ τελευταῖόν μου γεῦμα. Παράγγειλε νὰ μοῦ φέρουν μίαν μακαρονάδα, ἕνα ψητὸν καπόνι καὶ κρασὶ τῶν Συρακουσῶν.
Μετὰ τριήμερον νηστείαν καὶ ἀγρυπνίαν ἔφαγεν ὡς λάμια καὶ ἁπλωθεὶς ἕπειτα εἰς τὴν κλίνην του ἐῤῥουχάλισε μακαρίως, μέχρις οὗ ἦλθεν τὴν ἐπιοῦσαν νὰ τὸν ἐξυπνήσῃ ὁ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως ἀποσπασματάρχης. Ἀφοῦ δὶς ἐχασμήθη, ἐζήτησεν ὁ κατάδικος ὡς τελευταίας χάριτας ἕνα καφὲ διὰ ν᾿ ἀποτινάξῃ τὸν ὕπνον ἀπὸ τὰ βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν γιὰ νὰ καθαρίσῃ τὴν στολήν του, ἓν γαρούφαλον καὶ τὴν ἄδειαν νὰ βαδίσῃ μὲ λυτὰς χεῖρας εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως. Ἀφοῦ ἐβούτηξε δύο παξιμάδια εἰς τὸν καφέ του, ἐπλύθη, ἐκτενίσθη, ἀνώρθωσεν ὡς ἄγκιστρα τοὺς μύστακάς του, ἐπέρασε τὸ γαρούφαλον εἰς τὴν κομβιοδόχην τοῦ κολοβίου του καὶ στρεφόμενος ἔπειτα πρὸς τὸν ἀποσπασματάρχην εἶπεν εἰς αὐτὸν μετὰ θαυμαστῆς ἀταραξίας: «Εἶμαι ἕτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οἱ παριστάμενοι ἠπόρουν διὰ τὴν αἰφνιδίαν μεταμόρφωσιν τοῦ δειλοῦ κάπωνος εἰς ἀνδρικὸν πετεινὸν καὶ οἱ πάντες συνέχαιρον διὰ τὴν ἔξοχον κατηχητικὴν ἱκανότητα τὸν θεῖόν μου Βαρνάβαν, ὅστις ἐδέχετο μετὰ τῆς προσηκούσης εἰς τὸ σχῆμα του μετριοφροσύνης τὰ συγχαρητήρια.
Ἂν καὶ ἦτο χειμὼν κατὰ τὸ ἡμερολόγιον, ὁ καιρὸς ἦτο ἐαρινός, ὁ οὐρανὸς ἀνέφελος, ἡ αὔρα χλιαρὰ καὶ ἐμοσχοβόλουν αἱ πορτοκαλέαι. Κανεὶς ἄλλος τόπος δὲν ἔχει ζεστὰς ἡμέρας τὸν χειμῶνα πλὴν τῆς Σικελίας.
- Καὶ τῆς Ἑλλάδος, διέκοψα ἐγώ.
- Ἔχετε δίκαιον, ἀπήντησεν ὁ προκαλόγηρος. Ἐλησμόνουν ὅτι ἡ μικρή σας Ἑλλὰς ἦτο πρὶν ἐπαρχία τῆς Μεγάλης καὶ εἶχε πρωτεύουσαν τὰς Συρακούσας καὶ βασιλέα τὸν Χαρώνδαν.
- Ταῦτα, ἀπήντησα γελῶν, εἶναι δεκτικὰ συζητήσεως. Ἀλλὰ τελειώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἱστορίαν σας.
- Ἔλεγα λοιπὸν ὅτι ὁ καιρὸς ἦτο ὡραῖος. Τὰ ἐργαστήρια εἶχον κλεισθῇ καὶ ὅλοι οἱ Πανορμῖται, ἄνδρες καὶ γυναικόπαιδα, εἶχον σωρευθῇ εἰς τὸν δρόμον, τὰ παράθυρα, τοὺς ἐξώστας καὶ τὰς στέγας τῶν χαμηλῶν οἰκιῶν, περιμένοντες τὴν διάβασιν τοῦ καταδίκου. Οἱ κυβερνητικοὶ διέδιδαν ὅτι οὗτος εἶχεν ἀνδρειωθεῖ καὶ θ᾿ ἀπέθνῃσκεν ὡς γενναῖος στρατιώτης, οἱ δὲ Σικελοὶ ἐπέμειναν νὰ στοιχηματίζωσι δέκα πρὸς ἓν ὅτι θ᾿ ἀπέθνῃσκεν ὡς Ναπολιτάνος. Δὲν ἐβράδυναν ὅμως νὰ πεισθῶσιν ὅτι δὲν ἤξιζε τίποτε τὸ στοίχημά των. Ἀντὶ νὰ σύρεται ὡς μόσχος εἰς τὴν σφαγήν, ὁ κατάδικος ἐβάδιζεν ἐν μέσῳ τῶν μελλόντων νὰ τὸν τουφεκίσωσι στρατιωτῶν γαλήνιος καὶ μεγαλοπρεπὴς ὡς θεὸς τοῦ Ὀλύμπου. Ὁσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ᾿ ὁδὸν ἔτεινε εἰς αὐτοὺς τὴν χεῖρα καὶ εἰς τὰ συλλυπητήρια καὶ τὰς ἐνθαῤῥύνσεις αὐτῶν ἀπήντα διὰ καταλλήλου ῥητοῦ τῆς πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ χρηστομαθείας τοῦ Σοαβίου: «Ὁ δίκαιος δὲν φοβεῖται τὸν θάνατον»· «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι παροδίτης τῆς γῆς»· «Ὁ θάνατος εἶναι μετάβασις εἰς τὴν ἀθανασίαν», ἢ ἄλλου τοιούτου καὶ εὐθὺς ἔπειτα ἐτάχυνε τὸ βῆμα, ὡς θέλων ν᾿ ἀνακτήσῃ τὸν ἀπολεσθέντα χρόνον.
Οἱ Ναπολιτάνοι ἐθριάμβευον καὶ ἐπευφήμουν καὶ οἱ Σικελοὶ ἔκλιναν δυσθύμως πρὸς τὰ κάτω τὴν κεφαλήν.
Πρὸ τῆς θύρας οἰνοπωλείου δύο συστρατιῶται του, ὀρθοὶ ἐπὶ σκαμνίων, τὸν ἐπροσκάλεσαν νὰ πίῃ ἓν τελευταῖον ποτήριον οἴνου μετ᾿ αὐτῶν. Δεχθεὶς προθύμως τὴν πρόσκλησιν ὕψωσε τὸ ποτήριον ἀνακράζων: «Εἰς τὴν ὑγείαν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ ἐνδόξου καὶ ἀγαθοῦ ἡμῶν βασιλέως Φερδινάνδου. Ὁ Θεὸς νὰ τὸν εὐλογῇ καὶ νὰ τὸν πολυχρονίζῃ». Τὴν φορὰν ταύτην ἐπευφήμησαν τὸν κατάδικον πλὴν τῶν Ναπολιτάνων καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Σικελῶν, εἰς δὲ τοὺς λοιποὺς μία μόνη ἀπέμενεν ἐλπίς, ὅτι τὸ ἀσύνηθες τοῦτο θάῤῥος ἦτο προϊὸν μιᾶς ὁπωσδήποτε τεχνητῆς διεγέρσεως καὶ θὰ ἐξέλειπεν ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς ἐκτελέσεως. Ἡ ἐλπὶς αὕτη θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἴσως ἂν δὲν εἶχε προνοήσει ὁ θεῖός μου Βαρνάβας νὰ παρευρεθῇ ἐκεῖ διὰ νὰ τὸν ἐνθαῤῥύνῃ διὰ νεύματος καὶ τῆς ἐπιδείξεως τῆς ἄκρας χαρτίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ὑποσχεθεῖσα χάρις.
Ὁ κατάδικος οὐδὲν ἀπολέσας τῆς ἀταραξίας του, ὑπῆγε νὰ τοποθετηθῇ αὐθορμήτως ἀντικρὺ τῶν τουφεκιστῶν εἰς τὴν κανονισμένην ἀπόστασιν δέκα βημάτων, ἀπωθήσας τὸν προσελθόντα νὰ περιδέσῃ κατὰ τὸ σύνηθες τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ διὰ μαντυλίου δεκανέα. Οἱ στρατιῶται ηὔθυναν ἤδη κατὰ τοῦ στήθους του τὰ ὅπλα ἀναμένοντες τὸ τελευταῖον πρόσταγμα, ὅτε ἀντήχησαν ἐκ διαφόρων συγχρόνως ὁμίλων φωναί: «Δὲν μᾶς ἀποχαιρετᾷς, Σάνδρε;» Τὸ ἀποχαιρέτημα τοῦτο εἶναι εἰς τὸν τόπον μας δικαίωμα τοῦ καταδίκου καὶ σχεδὸν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς παραδόσεως. Ἄλλος τὸ προετοιμάζει καὶ ἄλλος τὸ αὐτοσχεδιάζει, ἄλλος λέγει πολλὰ καὶ ἄλλος ὀλίγα, ἕκαστος κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς ῥητορικῆς του ἱκανότητος, ὅλοι ὅμως προσπαθοῦν νὰ εἴπουν κάτι διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐβούβανεν αὐτοὺς ὁ φόβος. Ὁ Σάνδρος δὲν ἦτο ῥήτωρ, ἦτο ὅμως ἀρκετὰ καλὸς τενόρος. Μὴ εὑρίσκων τί νὰ εἴπῃ ἀξιομνημόνευτον ἀνέμελψεν ἀντὶ προσλαλιὰς τὸ ᾆσμα τῶν ῾Μασναδιέρων᾿ τοῦ Βέρδι:
Tra - la, Trala lala,
n'andremo n'un salto
nel mondo di la.
Ἤτοι: θὰ πάγῳ μ᾿ ἔvα πήδημα ἴσια στov ἄλλον κόσμον!
Τὸ κύκνειον τοῦτο ᾆσμα ἦτο βεβαίως ἐπίκαιρον, ἡ φωνὴ τοῦ καταδίκου ὡραία καὶ ἡ ἀφοβία, μεθ᾿ ἧς ἡτοιμάζετο νὰ πηδήσῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ἀληθῶς πρωτοφανής. Εὐλόγως λοιπὸν ἐξεῤῥάγη τὸ πλῆθος εἰς ἐπευφημίας καὶ χειροκροτήματα, οἵων οὐδέποτε ἠξιώθησαν εἰς τὸ θέατρον οὔτε ὁ Ῥόπας, οὔτε ὁ Μάριος, οὔτε ὁ Φασκίνης, οὐδ᾿ αὐτὴ ἴσως ἡ Μαλιβράν. Ταῦτα ἀντήχουν ἀκόμη, ὅτε ὕψωσε τὸ ξίφος ὁ ἔχων τὸ πρόσταγμα ἀξιωματικός, ἤστραψαν τὰ τουφέκια καὶ δέκα σφαῖραι ἐτρύπησαν τὸ στῆθος τοῦ καταδίκου. Ὁ θάνατος ἐπῆλθεν τόσον ἀκαριαῖος, ὥστε δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐξαλείψῃ τὸ διαστέλλον τὰ χείλη του μειδίαμα εὐδαίμονος αὐταρεσκείας.
Εἰπέτε μου τώρα, παρακαλῶ, ἂν πιστεύετε ὅτι ἠδύνατο ὁ θεῖος μου Βαρνάβας νὰ κάμῃ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ν᾿ ἀποθάνῃ τόσον εὐχαριστημένος καὶ ν᾿ ἀφίσῃ μνήμην ἥρωος, ἂν τοῦ ὡμίλει περὶ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς μακαριότητος τοῦ Παραδείσου, ἀντὶ νὰ τοῦ ὑποσχεθῇ ὅτι εἶχεν ἀκόμη νὰ ζήσῃ πολλὰ χρόνια καὶ νὰ φάγῃ πολλὰ μακαρόνια;
- Ὁμολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Δὲν ἐννοῶ ὅμως πῶς ὁ μακαρίτης θεῖος σας ἀπεδέχετο νὰ δοξάζῃ παρ᾿ ἀξίαν ὡς ἥρωας τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος του Ναπολιτάνους;
- Δὲν τὸ ἐννοεῖτε διότι δὲν γνωρίζετε, ὡς φαίνεται, ὅτι οἱ Φράγκοι ῥασοφόροι δὲν ἔχουν ἄλλην πατρίδα πλὴν τῆς Ἐκκλησίας, οὐδ᾿ ἄλλον ἀρχηγὸν πλὴν τοῦ Πάπα. Ἔπειτα ὁ θεῖός μου ἦτο, ὡς σᾶς εἶπα, ἔξυπνος ἄνθρωπος καὶ εἶχε στοιχηματίσει κ᾿ ἐκεῖνος πολλὰ ὅτι θ᾿ ἀπέθνῃσκεν ὁ κατάδικος γενναίως.
Ἡ βροχὴ εἶχε παύσει καὶ τὸ ἀνδρόγυνον ἠγέρθη νὰ μᾶς ἀποχαιρετήσῃ. Ἐξερχόμενος μὲ ἐπροσκάλεσεν ὁ προκαλόγηρος νὰ ὑπάγω νὰ ἴδω τὴν συλλογήν του Σικελικῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ τὴν πρόσκλησιν ταύτην ἐπεκύρωσεν ἡ κυρία του δι᾿ ἑνὸς προσηνεστάτου arivederci. Ἐκατοίκουν τὸ πρῶτον πάτωμα μικρᾶς οἰκίας εἰς τὴν ἄκραν τῆς ὁδοῦ Γαριβάλδη. Ἐπὶ τῆς κοσμούσης τὴν θύραν χαλκίνης πλακὸς ἀνεγινώσκετο ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἐνοίκου ὁ τίτλος ῾ἀρχαιολόγος᾿ (antiquario), σημαίνων ἐν Σικελίᾳ ῾πωλητὴς ἀρχαιοτήτων᾿.
Ἡ δεξίωσις ὑπῆρξε φιλοφρονεστάτη. Ἡ οἰκοδέσποινα εὐηρεστήθη νὰ μοῦ προσφέρῃ καφὲ καὶ νὰ μὲ θαμβώσῃ καὶ πάλιν μὲ τὴν λάμψιν τῶν μαύρων της ὀφθαλμῶν καὶ τῆς χρυσῆς της κόμης, ὁ δὲ ξερασωμένος ἀρχαιολόγος, ἀφοῦ μοὶ παρεχώρησεν ἀντὶ ἑκατὸ μόνον φράγκων δύο ῾σπάνια᾿ νομίσματα τῶν Συρακουσῶν, ηὐδόκησε νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὅτι, ἂν πλὴν τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῆς κόμης ἐπεθύμουν νὰ μεταΐδω καὶ τὰς κνήμας τῆς κυρίας του, ἠδυνάμην ν᾿ ἀπολαύσω τὴν εὐχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ θέατρον Vittorio Emmanuele, ὅπου ἦτο δευτέρα χορεύτρια. Ὅπως οἱ καλόγηροι, οὕτω εἶχαν ἀρχίσει νὰ ὑπανδρεύωνται εἰς τὴν Σικελίαν καὶ αἱ χορεύτριαι.»
Εμμανουὴλ Ροΐδης - Ιστορία ενὸς τουφεκισμού

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Τα ονόματα των Ολύμπιων θεών...




Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόλογο και γλωσσολόγο George Curtius (1820-1885), η λέξη Όλυμπος προέρχεται από τη ρίζα -λαμπ- και ερμηνεύεται σαν ο ολολαμπής, ο ολόλαμπρος ή ο ολόλευκος.
Έτσι, οι Ολύμπιοι θεοί είναι οι Λαμπεροί ή Λάμποντες θεοί :


Δίας ή Ζεύς
Το όνομα του Λία [ή με μια μικρή παραλλαγή του πρώτου γράμματος (Δίας - Βίας)], είναι ένα από τα κατ' εξοχήν ονόματα δύναμης, δηλαδή παραπέμπει στη δύναμη (βία) και την εξουσία του μεγάλου θεού.
Μερικοί ετυμολογούν το όνομά του σε σχέση με τη ζωή (- Ζευς), δηλαδή «ζωοδότης», λόγω του ότι είναι ο γεννήτορας των θεών και των ανθρώπων ή από το αρχαιοελληνικό ρήμα «ζεύγνυμι» (= βάζω κάτω από τον ζυγό, υποτάσσω, συνδέω, ενώνω), επειδή ο Δίας. μετά την κατατρόπωση του πατέρα του, του Κρόνου, ανέλαβε να ενώσει ξανά τον κόσμο και να τον υποτάξει στη δική του κοσμική εξουσία.

Ήρα
Μερικοί θεωρούν πως το όνομα της Ήρας προέρχεται από αναγραμματισμό της λέξης «αήρ» = αέρας, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη «έρα» που σημαίνει γη, με αναγραμματισμό της λέξης «Ρέα», που είναι μια θεότητα, η οποία ταυτίζεται με το στοιχείο της γης.
Η Ήρα, γενικά είναι μια ισχυρή θεά, που εξουσιάζει κι αυτή, τη γη και τον αέρα, ως σύζυγος του κοσμοκράτορα Δία. Βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον Ουράνιο κόσμο και στα γήινα πράγματα. Μυστικιστικά, αντιπροσωπεύει τη δύναμη της ψυχής και την εκδήλωση της ζωής πάνω στη γη.
Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, το όνομά της σχετίζεται με την «ώρα» = εποχή, κατάλληλη στιγμή, εξ ου και ωραίος = αυτός που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή του, ο ώριμος, ο όμορφος ή με τη λέξη «ήρως» = ήρωας, επειδή η Ήρα μπορούσε να καταστήσει κάποιον ένδοξο, όπως συνέβη με τον Ηρακλή (<Ήρα κλέος = αυτός που δοξάστηκε χάρη στο μίσος της Ήρας).


Το όνομα του Ερμή προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα: εΐρω, το οποίο έχει δύο σημασίες: α) συνδέω, ενώνω (εξ ου και «ειρήνη» = ο συνδετικός κρίκος, που ενώνει τους ανθρώπους) και β) λέγω, ομιλώ, αναγγέλλω.
Είναι προφανές πως το όνομα «Ερμής» προσιδιάζει στη δεύτερη σημασία του ρήματος, καθώς, ως γνωστόν, ήταν ο αγγελιοφόρος των θεών, αλλά και γενικότερα ο θεός του λόγου, της επικοινωνίας, της νόησης, της ομιλίας, της ευφράδειας.
Πιθανόν η λέξη αυτή σχετίζεται με τον Ερμή Τρισμέγιστο (τρεις magi si or = μάγιστρος, μάγος), τον σεληνιακό θεό των Αιγυπτίων, Θωθ, προστάτη και εμπνευστή της αστρολογίας και της αλχημείας, ο οποίος ταυτίστηκε με τον Ερμή της ελληνικής μυθολογίας.
Εξάλλου, ο Ερμής ήταν ένας πολυμήχανος θεός, που κατά κάποιον τρόπο σχετιζόταν με το μυστήριο και τον αποκρυφισμό, διότι ένα από τα καθήκοντά του ήταν να μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών, ως τον ποταμό Αχέροντα και να τις παραδίδει στον Χάροντα (ψυχοπομπός).


Ο Απόλλωνας υπήρξε ο θεός του φωτός (γι’ αυτό αποκαλείται και Φοίβος (<ρ. φάω - φωτίζω, ουσ. φάος = φως) - φωτεινός), της μουσικής και της μαντικής τέχνης. Το όνομά του προέρχεται από το στερητικό «α» και τη λέξη «πολλών», δηλαδή αυτός που δεν προορίζεται για τους πολλούς.
Ίσιος, να θεωρήθηκε πως λόγω των μαντικών του ικανοτήτων, τις οποίες σε λίγους ανθρώπους μετέδιδε, ήταν ο θεός «των λίγων και εκλεκτών». Άλλες εκδοχές είναι οι εξής: το όνομα Απόλλων ίσως σχετίζεται με τη φράση «απέλλαι σηκοί» - ιεροί λίθοι, κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο, οι οποίοι ήταν σημαντικοί στη λατρεία του θεού ή με το ρήμα «πέλομαι ή πολέω-ώ» = περιφέρομαι, κινούμαι πέριξ ή με τη λέξη «άπελος» = ισχύς, δύναμη.
Η δύναμη του θεού Απόλλωνα ήταν πολυεπίπεδη και μυοτηριακή. Δύναμη πνευματική και ψυχική (ο διαφωτιστής των ψυχών και των πνευμάτων, μέσω ταυ/ μυστηριακών θεσφάτων και των μαντειών), αλλά και δύναμη σωματική (γοητεία, ικανότητα τόξευσης και πρόκλησης βλάβης από απόσταση: εκηβόλος Απόλλων).


Άρης
Η ετυμολογία του ονόματος του θεού Άρη, είναι η εξής: το όνομα «Άρης» προέρχεται από το αρχαιοελληνικό συνηρημένο ρήμα «αιρέω-ίο»,που σημαίνει «συλλαμβάνω, κυριεύω» ή από το «αναιρέω-ώ», που σημαίνει «φονεύω, σκοτώνω», υποδηλώνοντας και επιβεβαιώνοντας την πολεμική και επιζήμια για τους ανθρώπους, δράση του θεού Άρη. [Άρης = πλήγμα, βλάβη, αρά (= κατάρα) για τους θνητούς]. 
Ποσειδώνας

Ο ενοσείχθων ή σεισίχθων (= κοσμοσείστης) Ποσειδώνας, προέρχεται ετυμολογικά από:
α) πότος ή πόντος (— θάλασσα) δάω (= μαθαίνω, κατέχω κάτι, είμαι ειδήμων, γνωρίζω καλά), δηλαδή αυτός που γνωρίζει καλά, συνεπώς εξουσιάζει τη θάλασσα και γενικά το υγρό στοιχείο,
β) πόσις (<ρ. πύο = πίνω) δούναι (< ρ. δίδωμι = δίνω), δηλαδή αυτός που παρέχει το πόσιμο ύδωρ,
γ) είδη ποιών, αυτός που δημιουργεί τα παράξενα πλάσματα (είδη) της θάλασσας, που δεν υπάρχουν στη στεριά.


Ο θεός του θανάτου και του Κάτω Κόσμου (δεν ανήκει στο Δωδεκάθεο του Ολύμπου). Ήταν γνωστός και με το όνομα Άδης (< στερητικό α ιδείν = αόρατος, αθέατος κόσμος ή στερητικό α δέδια = ατρόμητος, «αδάμαστος»). Έτσι μάλιστα ονομαζόταν συνεκδοχικά όλο του το βασίλειο, που βρισκόταν στα σκοτεινά έγκατα της γης.
Πιθανή είναι η συσχέτιση του ονόματος του με το ρ. πλανάωμαι-ώμαι = περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, δεν έχω μόνιμο τόπο διαμονής, διότι ένα βασικό χαρακτηριστικό των ψυχών που φιλοξενούνταν στο βασίλειό του ήταν η συνεχής περιφορά και κίνηση, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο χώρο στάσης,
Η άυλη φύση των ψυχών, δηλαδή, τους έδινε αιθέριες ιδιότητες  δεν είχαν βάρος, σώμα, υλική υπόσταση για να σταθούν σε ένα σημείο, όπως και ο αέρας που συνεχώς κινείται.
Επίσης, επειδή ο Πλούτωνας έχει το βασίλειό του μέσα στη γη, θεωρείται χθόνιος θεός, ο οποίος δεδομένης και της ένωσής του με την Περσεφόνη, την κόρη της θεάς Δήμητρας, σχετίζεται με την παραγωγή των δημητριακών.
Επειδή, λοιπόν, θεωρείται ανάμεσα στα άλλα και θεός της γονιμότητας και της γεωργικής αφθονίας, ονομάζεται «Πλούτων», δηλαδή ένα παράγωγο της λέξης «πλούτος», εννοώντας φυσικά τον «πλούτο» της γης, την καλή σοδειά.  

Ήφαιστος
Ο θεός της φωτιάς και των τεχνών. Το όνομά του προέρχεται α) από το ρ. φάω = φωτίζω ίστωρ = ο γνώστης, δηλαδή αυτός που είναι ειδήμων στη γνώση του φωτός ή της φωτιάς, β) από το άπτω = ανάβω, γ) από το Άφαιστος: προθετικό α φαιστός (< ρ. φάω) = λαμπερός, φωτεινός.


Η θεά της σοφίας, της φρόνησης, της υγείας και των οικιακών τεχνών. Ακόμη, είναι πολεμική θεά, με γνώμονα το δίκαιο και τη φρόνηση. Η πιο δημοφιλής ετυμολογία του ονόματος της είναι: Α- θεο-νόα ή Η-θεο-νόα, δηλαδή «η νόηση του θεού», κατά τον Πλάτωνα.
Άλλες εκδοχές: α) από το ρ. αθρέω-ώ = βλέπω, παρατηρώ, εξετάζω (εξ ου και «γλαυκώπις Αθήνη» (< ρ. γλεύσσω = βλέπω καθαρά) = αυτή που βλέπει καθαρά και άθρει και άθρησσν = σκέψου, γ) από το στερητικό α θήνη (-θηλή) = η αθήλαστη (διότι γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία και όχι από τη μητέρα της, την Μήτιδα (< Μήτις = σύνεση, φρόνηση), άρα δεν θήλασε).


Άρτεμη
Η θεά της σελήνης, του κυνηγιού, των αγριμιών και των δασών. Της αρέσει το κυνήγι, οι φόρμιγγες, οι χοροί, οι εκκωφαντικοί αλαλαγμοί, τα σκιερά δάση και οι δίκαιες πόλεις.
Η ετυμολογία του ονόματος της προέρχεται από το ουσ. αήρ τέμνω, δηλαδή αυτή που σκίζει τον αέρα, μάλλον λόγω της ιδιότητάς της να εξακοντίζει τα βέλη της στον αέρα εναντίον των θηραμάτων. Το δε επίθετο «αρτεμής» σημαίνει άρτιος, σώος, αβλαβής.

Αφροδίτη
Η θεά του έρωτα, του αισθησιασμού, της καλαισθησίας και της ομορφιάς. Είναι γνωστή η ιστορία της γέννησής της- αναδύθηκε μέσα από τον αφρό, που σηκώθηκε γύρω από την αθάνατη σάρκα του ουρανού, δηλαδή γύρω από τα γεννητικά όργανα του ουρανού, που έκοψε ο γιος του, ο Κρόνος και τα πέταξε στη θάλασσα (βλ. «Θεογονία» Ησιόδου στ. 188-193).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ετυμολόγηση του ονόματος της θεάς από τον παράλληλο τύπο «Αβροδίτη» = αβροδίαιτη, αυτή που διάγει βίο τρυφηλό.


Η θεά της βλάστησης, της γονιμότητας και της αναπαραγωγής. Μαζί με την κόρη της την Περσεφόνη. συμβολίζει την κυκλική εκδήλωση της ύπαρξης μέσα από τη ζωή (ο κύκλος των εποχών), τον θάνατο και την αναγέννηση. Το όνομά της ετυμολογείται από το δη ή γη μήτηρ = η Μητέρα-Γη.
Το προσωνύμιο αυτό αποδιδόταν στη Δήμητρα, που ήταν η υπεύθυνη για την ανθοφορία της γης και τη δημιουργία των ζωοφόρων καρπών, που φυτρώνουν στην παντοτρόφο (ή κουροτρόφο) γη.


Εστία
Η θεά του σπιτιού και της οικογενειακής συγκέντρωσης. Η πιο σεμνή, αγνή και σεβαστή θεά, η πρεσβυτέρα όλων των θεών. Το όνομά της ετυμολογείται από τον δεύτερο τύπο του απαρεμφάτου του ρήματος ίστημι = στέκομαι (εστηκέναι και εστάναι), ή από το ρήμα «έζομαι» = κάθομαι, επειδή το «γέρας» (= προνόμιο, έπαθλο) που της έδωσε ο Δίας, μετά τον όρκο της αιώνιας παρθενίας της, ήταν να στέκεται στο κέντρο της οικίας των θνητών, στην εστία, όπως ονομάστηκε.
Η εστία συμβολίζει την κυκλική συγκέντρωση και ένωση της οικογένειας, γύρω από το σημείο αφής της φωτιάς. Το «ιερό πυρ» της Εστίας, το οποίο στάθηκε η αφορμή να θεωρηθεί η φωτιά και ως μέσο εξαγνισμού, έπρεπε να διατηρείται άσβηστο στον οίκο. για να προστατεύει τα μέλη του από κάθε κακό.
Μία άλλη εκδοχή λέει πως το όνομα «Εστία» σχετίζεται με την «εσσία» — ουσία, διότι τιμής ένεκεν, πάντοτε λάμβανε το «πίαρ» (< λατ. optimus “ άριστος), δηλαδή το εκλεκτό κομμάτι, την «ουσία» από τα σφάγια των θυσιών.